ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΙΛΛ – ΓΡΑΦΕΙ: ΣΟΦΙΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

  • 24.4.2018

Η Σοφία Σακελλαρίου γράφει για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Χιλλ Κιθαιρώνας (Εκδόσεις Άγρα, 2017).

Ο κύριος Δημήτρης Χιλλ είναι οργανοποιός και αμαξάς. Όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνεντεύξεις του σε επαρχιακά έντυπα, φτιάχνει μουσικά όργανα, παραδοσιακά έγχορδα, στην ορεινή Μάνη όπου ζει μόνιμα.

Σε ηλικία 29 ετών εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Ωραιότητα, Ιωλκός, 2004). Δώδεκα χρόνια αργότερα δημοσιεύει στην «Άγρα» το πεζογράφημα Γκεμπελία. Αναμνήσεις από την Έρημο του Σινά και το 2017 εκδίδει την ποιητική συλλογή με τον τίτλο Κιθαιρώνας.

Το πρώτο από τα εξήντα ένα, άτιτλα και ολιγόστιχα στην πλειονότητά τους, ποιήματα του Kιθαιρώνα είναι νομίζω ξεχωριστό:

«Νά κάτι πολύ απλό

 που δεν μπορεί να συμβεί σε μια πόλη

Να βρεις καρφωμένο στο μανίκι σου

 Ένα στάχυ».

Ένα θραύσμα ψιθύρου. Το τρίμμα μιας σκέψης που αποσιωπώντας το αποκρουστικό παρόν της πόλης, επιτυγχάνει να το υπερμεγεθύνει και να ξεδιπλώσει μπροστά μας μια αλυσίδα εικόνων μεγάλης έντασης: από την αρμονία της ταλάντωσης του σταχυού μες στον γαλήνιο κάμπο στην κραυγή του γκράφιτι που δεσπόζει στη γωνία Σταδίου και Αιόλου στην Αθήνα: «Βασανίζομαι»· ή σ’ εκείνο το μήνυμα στην κολόνα της Μπενάκη: «Μην καταντήσουμε να σκεφτόμαστε όπως ζούμε» ‒ στιγμές ακέραιες και αμιγείς μιας βάναυσης πόλης.

Η μαγική δύναμη αυτής της χαμηλόφωνης σκέψης νομίζω ότι οφείλεται στην αντιδιαστολή δύο λέξεων με ισχυρό συμβολισμό: της λέξης «στάχυ» (σύμβολο της ζωής, της γονιμότητας, της φύσης, της εργασίας, του θανάτου, ακόμη και της ανάστασης νεκρών) και της λέξης «πόλη» (σήμερα ταυτισμένη με τη μοναξιά, την αποξένωση, το θόρυβο, την τσιμεντοποιημένη ζωή μες στον αποπνικτικό αέρα).

Η διασταύρωση των δύο λέξεων μέσα σ’ έναν φευγαλέο ποιητικό ψίθυρο υψώνει μπροστά στα μάτια μας την πόλη που θερίζει σαν στάχυα τις μέρες, τη ζωή, τα όνειρα των ανθρώπων. Το στάχυ που λείπει θαρρείς ότι ανοίγει το προσκλητήριο  των  νεκρών της φύσης: ο κάμπος, το λιβάδι, η ταλάντωση των βλασταριών από το καθαρό αεράκι, το δρεπάνι, τα δεμάτια, το χώμα, το χρώμα, η μυρωδιά της βροχής, των λουλουδιών, ο άνθρωπος με τρόπο φυσικό μέσα τους, με τον ιδρώτα, τον αγώνα του, το πολύ ή το λίγο ψωμί του.

Και κατόπιν σαν να σημαίνει το προσκλητήριο των σύγχρονων «ζωντανών» της ‒ άνθρωποι που συνθλίβονται καθημερινά από τα σκιάχτρα των αντιθέσεων που φέρει στην ταυτότητά της μια Αθήνα, μια Θεσσαλονίκη, μια Πάτρα, ένα Ηράκλειο: η πολυμορφία της καταναλωτικής ομοιομορφίας, οι «ευκαιρίες» και η πείνα. Η ισοπέδωση. Οι κάτοικοι της πόλης, το εκμηδενισμένο περιεχόμενό της, οι εντός της κινούμενοι στεναγμοί, στο καταπάτι.

Στάχυα συναντάμε ξανά στο ποίημα 37 «Θα με βρεις […] στο ξεχασμένο στάχυ των σπουργιτιών», στο ποίημα 47 «… τα στάχυα χόρευαν μέσα μας / και στα χτήματα…», εδώ όμως νομίζω ότι δεν μεταδίδουν στον αναγνώστη την ίδια δόνηση με το στάχυ της πρώτης σελίδας.

Στο βιβλίο, ξεχωρίζω ως ιδιαίτερης ομορφιάς το επιγραμματικό:

 «Μια πηγή μέσα στην πέτρα σου /  θάνατε είμαι» της σελίδας 18, εξίσου ισχυρό με το πρώτο της συλλογής.

Εδώ νομίζω ότι το θαύμα συντελείται με τη διασταύρωση των λέξεων «πηγή», «πέτρα» και «θάνατος», που παραπέμπουν σε θεματολογικά ομόλογα ποιήματα διακεκριμένων ποιητών – από το «Μοίρα θάνατος και πέτρα» του Νίκου Καββαδία ώς την «οξεία πέτρα» μιας ολόκληρης ζωής, του Τάκη Παπατσώνη, που «βαραίνει το στήθος» και τη διαδέχεται η πέτρα «η διαρκής του τάφου».

Στη συλλογή ξεχωρίζουν και τα ποιήματα: 48 «Παλιά ήταν στρατιώτης…», 49 «Κάθε νύχτα ξαναγυρίζει στον τάφο του…» («… κόβω δέντρα / κάθε δέντρο που πέφτει / αφήνει τον ουρανό με λιγότερα φύλλα…»,  50 «Τέλος εποχής» (« Όλο πένθιμα χτυπά η καμπάνα / ρωτάς ποιος πέθανε / μια γριά που από την παιδική μου ηλικία / είχε κιόλας γεράσει … απόψε θάψαμε / την τελευταία γριά της Μάνης», 60 «Έχω έναν όμορφο κήπο».

Τα ποιήματα του Κιθαιρώνα δεν έχουν όλα την ίδια ισχύ.

Για παράδειγμα, η ακαριαία (των επτά λέξεων) σημείωση :«Είμαστε μέσα στη δίνη / τι ωραίος καιρός» μάλλον επιχειρεί να αποδώσει ολιγόλογα την πολιτική, κοινωνική συγκυρία (ή διαβάζεται κι έτσι), ωστόσο νιώθω ότι δεν συγκινεί αισθητικά ή ιδεολογικά, ή δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τον πρωτότυπο αποφθεγματικό του πρόγονο ‒ τη μαοϊκή ρήση «Μεγάλη αναστάτωση – θαυμάσια κατάσταση».

Στις ποιητικά ανολοκλήρωτες στιγμές της συλλογής συγκαταλέγω, με κάθε επιφύλαξη, τους στίχους:

«Κι έτσι έφυγες / και χωρίσαμε / και έμεινα μόνος / και τίποτα δεν άφησες να σε θυμίζει…» (ποίημα 31),

«… είδα αγάπη τυφλή να τυφλώνεται…» (ποίημα 13),

«… είδα σαράκια να μου τρυπάνε το κορμί απαλά σαν ηφαίστεια…» (ποίημα 2),

«Ξεσπάς σε θρίαμβο μεταξένιο / γελάς σα να έχει πέσει χαλάζι / σκορπάς τις σκέψεις παντού…» (ποίημα 26),

«… ένα βότσαλο ρηχό…» (ποίημα 27),

Στις αμήχανες στιγμές της συλλογής φαίνεται να ανήκουν οι στίχοι:

«Έτσι είναι τα νησιά μας / ένα κομμάτι γης / πεταμένο στη θάλασσα…» (ποίημα 39), καθώς τα νησιά στην ελληνική ποίηση, μετά τον Όμηρο, τον Ρίτσο, τον Ελύτη και τον Σεφέρη, αποτελούν μια πρόκληση που απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη και ξεχωριστή έμπνευση.

Στα περισσότερα ποιήματα ο κύριος Χιλλ καταγράφει (πάντα ανεπιτήδευτα, με αυθόρμητη γραφή) προσωπικές στιγμές, εικόνες από το παρελθόν του, αναμνήσεις του, πικρίες και ερωτική λύπη.

Κάποια ποιήματα μοιάζουν με σημειώσεις ενός τρυφερού εφηβικού προσωπικού ημερολογίου:

«… η πρωινή δροσιά το πρωί / η σιωπή της νύχτας τη νύχτα / του μεσημεριού η κάψα το μεσημέρι / το απόγευμα και το σούρουπο εσύ…» (ποίημα 28),

«Μέσα σε ένα λευκόχρυσο σύννεφο τυλιγμένη / δίπλα της ακουμπισμένη/ μία χρυσή κασετίνα / Καρέλια» (ποίημα 58 – ολόκληρο εδώ),

«Κάπου εκεί έχω αφήσει το θαύμα μου / και τα χαμένα μου όνειρα / έχω αφήσει τα χέρια μου και τα πόδια, το κεφάλι μου και όλο το σώμα // Κάπου εκεί που τα τρένα σταμάτησαν / που τα πλοία βυθίστηκαν… σε γαλάζιες σπηλιές / μέσα στα μάτια σου» (ποίημα 23),

«Όταν σε πρωτοσυνάντησα / ήταν σαν να με συγχώρεσε ο ήλιος / πήρα ένα δρόμο και περπάταγα…»  κλπ.

Τέλος, ας δούμε το ποίημα που έδωσε στη συλλογή τον τίτλο της, το ποίημα «Κιθαιρώνας»:

Ξεκίνησες να πας / πήγες και γύρισες / έφυγες ξανά / κάποιοι έφταιξαν για σένα / κάποιοι σε αδίκησαν / και είναι αλήθεια / πως ήσουν κάποτε χαρούμενος / πως ήσουν κάποτε παιδί / και δεν υπάρχει αμφιβολία / πως σε μπερδεύουν με άλλον / κι ίσως καλύτερα να ήσουν τυφλός / μα εσύ αντικρίζεις στο σκοτάδι / και μολονότι δεν δεν είσαι πλούσιος ούτε φτωχός / και όμορφη κυλάει η ζωή σου / κάτι θα σου χρωστάει / και εσένα ο Κιθαιρώνας.

Μάλλον λόγω των περιγραφόμενων διαδρομών-ταξιδιών, των ανθρώπινων μικροπεριπετειών που αναφέρονται, ή ίσως λόγω του στίχου «κάτι θα σου χρωστάει κι εσένα» (ο Κιθαιρώνας), το ποίημα μάς έφερε στο νου το καβαφικό «…άλλα δεν έχει να σε δώσει…» (η Ιθάκη). Μ’ ετούτη την αντιστροφή επιχειρείται μια ανατροπή; Δηλαδή, διδάσκομαι να μην περιμένω άλλα (από την Ιθάκη), όμως εγώ  κάτι περιμένω (από τον Κιθαιρώνα); Ασφαλές συμπέρασμα, άλλο από το ότι η «κλασική» ποίηση κουδουνίζει διαρκώς στ’ αυτιά μας και επηρεάζει κάθε μας ανάγνωση, δεν μπορούμε να εξαγάγουμε. Οπότε εδώ ίσως μπορεί να βοηθήσει η μυθολογία: Στον Κιθαιρώνα λατρευόταν ο θεός Διόνυσος και λάμβαναν χώρα οι οργιαστικές και ανθρωποφαγικές τελετές των μαινάδων. Από τις Βάκχες του Ευριπίδη γνωρίζουμε το μύθο του Πενθέα, που τον κατασπάραξε η ίδια η μάνα του. Επίσης, το βουνό ήταν η κατοικία των Ερινύων. Σημειωτέον, ο Κιθαιρώνας ήταν αδελφός του Ελικώνα – ο οποίος Ελικώνας κατοικούνταν από τις εννιά μούσες και θεωρούνταν το σύμβολο της έμπνευσης των ποιητών. Ο μυθικός Κιθαιρώνας, που έδωσε στο βουνό το όνομά του, σε κάθε εκδοχή μύθου εμφανίζεται από ασεβής έως ψυχρός δολοφόνος.

«΄Ολο αυτό το μυθολογικό φορτίο, όμως, μάλλον σκοτεινιάζει το ποίημα, επικαλύπτοντας την αφόρμησή του, παρά το διαυγάζει», όπως το διατύπωσε εύστοχα -και σε μία πρόταση- φίλος αναγνώστης.

Ο κύριος Χιλλ στη συλλογή Κιθαιρώνας αρμολογεί εικόνες σταθερές και δυνατές, κυρίως όταν το βλέμμα του αποτραβιέται από το στενό προσωπικό βίωμα και στρέφεται στη φύση, στη Μάνη, στη θάλασσα, που του προσφέρουν καθαρότητα και αυθεντικότητα. Εκεί φαίνεται να εντοπίζεται το στίγμα της δύναμης των ποιητικών δοκιμών του κι αυτό νομίζουμε ότι είναι το γερό εφόδιό του για το επόμενο συγγραφικό του βήμα.