Β. ΚΟΨΙΔΑ-ΒΡΕΤΤΟΥ – ΓΡΑΦΕΙ: ΜΑΝΙΑ ΜΕΖΙΤΗ

 

17.4.2018

Κριτική παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της κυρίας Βιβής Κοψιδά-Βρεττού Χειραψίες μιας ασήμαντης μέρας (Βακχικόν, 2018), από την  κριτικό, μεταφράστρια και επιμελήτρια της ιστοσελίδας poets.gr  κυρία Μάνια Μεζίτη, κατά την παρουσίαση του βιβλίου τη Δευτέρα 19 Μαρτίου στο Polis Art Café.

 Οι Χειραψίες μιας ασήμαντης μέρας, από τις εκδόσεις Βακχικόν, είναι το τρίτο βιβλίο με ποιήματα της Βιβής Κοψιδά – Βρεττού. Ο τίτλος του μακροσκελούς εισαγωγικού ποιήματος με το οποίο αρχίζει το βιβλίο,  και του οποίου το τέλος χρησιμεύει σαν επίλογος,  διατυπώνεται με το ρήμα Laboremus, το  πρώτο πληθυντικό του ενεστώτα, του λατινικού ρήματος laboro, που σημαίνει δουλεύω-εργάζομαι. «Laboremus»,  δηλαδή, εμείς δουλεύουμε. Αλλά ποιοι είμαστε εμείς, πού δουλεύουμε, σε ποια χρονική περίοδο, και με τι τρόπο; Σε λεωφόρους μαζικής επαιτείας/ μόνον ένα χέρι πελώριο απλωμένο και ψηλώνει/ ολοένα ψηλώνει δεν πολλαπλασιάζονται τα χέρια/ πολλαπλασιάζονται οι γείτονες οι συνάδελφοι οι άνθρωποι. Δουλεύουμε εκεί όπου πέθανε από αλλεργικό σοκ η Δημοκρατία, πέθανε η πολιτική, αλλά ζει η γελοιότητα. Στο σαλονάκι της Φινέτσας, εν μέσω οικονομικής κρίσης, τώρα που το ευ ζην αποτελεί αληθινή επανάσταση, ειδικά όταν συμβαίνουν περικοπές μισθών, συντάξεων και νόμιμοι πλειστηριασμοί. Με το Laboremus, ένα ποίημα εφ’ όλης της κρίσης, η Κοψιδά μας τοποθετεί κατευθείαν στα βαθιά τής κοινωνικοπολιτικής της θεματικής.

Στο ποιητικό σύμπαν της Κοψιδά, τα παιδιά και οι νέοι έχουν την πρωτοκαθεδρία. Τα παιδιά ως εργατικό δυναμικό:  Χαρτομάντιλα μονά πακέτα/ ή εξάδες στο σελοφάν /ένα πακέτο κύριε για τον ιδρώτα /ένα πακέτο δεσποινίς για το ντεμακιγιάζ·  τα παιδιά ως πνιγμένοι πρόσφυγες:  Το ψάρευα το προσφυγόπουλο κάθε νύχτα/ Χειμώνα σε αχαμνά ποσειδωνίας λιβάδια/ να βόσκουν πάνω του αστερίες και/ οπλισμένοι αχινοί· τα παιδιά ως μαθητές: Κλείνεις απότομα λέω στον εαυτό μου/ αλλά η δασκάλα μου λέει πολύ περισσότερα/ κάνε μικρές προτάσεις/ καλύτερα γράμματα/ πλούσιες περιγραφές και προσοχή/ στα λάθη τα ορθογραφικά/· τα παιδιά ως ανήλικες μητέρες: Μα δεν τη βλέπετε/ μικρότερη αυτή παιδί απ’ τα παιδιά της/ μα δεν τη βλέπετε/φτωχότερο αυτή πουλί απ’ το φτερό του. Ενίοτε δε, όταν η ποιήτρια αναφέρεται στους νέους διακρίνουμε και μια δόση ειρωνείας: Δεν σηκώνει κεφάλι/ σημειώσεις κρατάει/ στο τεφτέρι της μέρας/κινητό που φωνάζει/και το χέρι σταθερά τεταμένο/ μην κι η κλήση οίκτο έχει και τα μάτια σηκώσει.  Η Κοψιδά δεν παραλείπει τις νύξεις για το εκπαιδευτικό σύστημα. Στο ποίημα «Θέλω να μείνω αγράμματος» όπου περιγράφει τον αρχικό ενθουσιασμό του μαθητή τις πρώτες μέρες στο σχολείο, συνεχίζει λέγοντας Έσπασε του μικρού ο τσαμπουκάς/ ηττημένος ξαπλώνει την πανοπλία του γέλιου του. Φαίνεται να την απασχολεί αρκετά το θέμα της «παιδαγωγικής ευθύνης».

Τη νεότητα τη διαδέχεται η ωριμότητα και αυτήν το γήρας που το διαδέχεται ο θάνατος. Ο χρόνος είναι αμείλικτος. Οι ηλικιωμένοι της Κοψιδά με ωχρά κηλίδα, ή έπειτα από χειρουργείο στο ισχίο, ή καθισμένοι στο τραπέζι της λύπης, εκφράζουν μια υπόκωφη πίκρα είτε κοιτάζοντας προς τα πίσω και κάνοντας απολογισμό είτε κοιτάζοντας εμπρός,  εφόσον γνωρίζουν πως το τέλος είναι αναπόφευκτο. Η ειμαρμένη παίζει το δικό της ρόλο στη ζωή όλων. Πέρασαν ως φαίνεται τα χρόνια/ και ο παππούς ενύσταξε βαριά στην πολυθρόνα του/ τι άλλο να’ τανε το πεπρωμένο του να ζήσει; Και ο θάνατος, «ο ακάλεστος», όπως τον αποκαλεί η ποιήτρια, δεν κάνει διακρίσεις : Σαν πολύ πεθαίνουν οι άνθρωποι/που στενεύει είναι η μέρα/είναι που πλαταίνει η νύχτα;/ σαν πολύ πεθαίνουν οι άνθρωποι/γεγονός καν δεν είναι/αν δικός μου δεν είναι ο θάνατος.

Η θεματική της Κοψιδά αναπτύσσεται με βάση τις αντιθέσεις: νέοι και ηλικιωμένοι, ζωή και θάνατος, εργασία και ανεργία, πόλεμος και ειρήνη, πλούσιοι και φτωχοί, κόλαση και παράδεισος. Καταδεικνύει έναν κόσμο ανίκανο να προστατέψει τους πιο αδύναμους. Ειδικά τους αλλόφυλους που όπως λέει «στα μάτια τους χάσκει το χάος κι ο Χάρος/ θάνατος μεστωμένος έρχεται/από σάρκα και όνειρα στην κόλαση». Γι’ αυτούς ου τόπος ου χρόνοι.  Αλλά όχι μόνο γι’ αυτούς.  Η ανεργία και η φτώχεια, που συνήθως συνοδεύονται από την αρρώστια, παράγουν επίσης κόλαση: Πρώτα είχαν δουλειά και οι δυο τους/ και όνομα είχαν/ και οι δύο/Έπειτα έχασαν τη δουλειά/τ’ όνομα έχασαν και οι δύο. Η ανεργία έχει επιπτώσεις στην ψυχική και στη σωματική υγεία των ανθρώπων της κρίσης, ενώ οι πιο ευνοημένοι κοινωνικά, όπως φερ’ ειπείν ο γιατρός, θεωρούν περιττό να συμμετάσχουν, όπως λέει η ποιήτρια,  σε ανόητες κινητοποιήσεις. Ζητήματα όπως τα ανοιχτά καταστήματα την Κυριακή  ή οι πλειστηριασμοί, θέματα που ξαφνιάζουν όταν θίγονται από ποιητική πένα, σε άλλες εποχές και τόπους, ίσως και να παρέπεμπαν σε στρατευμένη ποίηση. Όμως, τίποτε τέτοιο δεν συμβαίνει εδώ. Πρόκειται απλώς για ποιητική γνήσια, που δεν υποδύεται κάτι το οποίο δεν είναι, και δεν υποκρίνεται προσπαθώντας να μεταφέρει πομπώδη και δυσνόητα ή παντελώς ακατανόητα  νοήματα.

Πολλά από τα ποιήματα μοιάζουν γραμμένα εν θερμώ. Την ποιήτρια φαίνεται πως πράγματι την απασχολούν τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται. Πίσω από τις λέξεις, και ειδικά όταν η αφηγηματική φωνή ταυτίζεται με της ποιήτριας, αν και χρησιμοποιεί κυρίως τρίτο ενικό και τρίτο πληθυντικό και θα περίμενε κανείς η απόσταση να είναι μεγαλύτερη, πότε πότε διαφαίνεται το συναίσθημα του θυμού. Άλλοτε πάλι, όταν το ποιητικό υποκείμενο αφηγείται από την πλευρά ενός παιδιού,  θαυμάζουμε τη γλαφυρότητά του λόγου, την ευαισθησία και τη φρεσκάδα της σκέψης. Με πλούσια εικονοποιία, και σημαντική χρήση συμβολισμών και μεταφορών, η ποιητική της Κοψιδά δεν παύει να είναι ταυτόχρονα ρεαλιστική. Με την ίδια άνεση που χρησιμοποιεί τη μεταφορά,  χρησιμοποιεί και την κυριολεξία προκειμένου να δημιουργήσει τον επιθυμητό προβληματισμό στον αναγνώστη. Γιατί η Κοψιδά δεν θέλει απλώς να περιγράψει καταστάσεις και να μεταφέρει  συναισθήματα. Με την ποιητική της επιθυμεί να μας ευαισθητοποιήσει και να μας προβληματίσει για όλ’ αυτά που ζούμε και βλέπουμε. Επιθυμεί να μας κινητοποιήσει ενάντια σε κάθε παράλογο εξουσιομανή άρχοντα και να μας θυμίσει βασικές αξίες της ζωής που μοιάζει να τις έχουμε ξεχάσει, όπως το δικαίωμα στην εργασία, στη γνώση και στην υγεία. Με γλώσσα ποταμό, περιγραφική αλλά και με ρυθμό, που εξαντλεί στο έπακρον τη φιλολογική γνώση και εμπειρία, χτίζει ένα πραγματικό, παρ’ όλ’ αυτά ποιητικό σύμπαν, όπου ο ποιητής είτε τρελός είτε ιδεολόγος είτε και τα δυο, δεν βρίσκεται χώρια από τον πολίτη, τον πρόσφυγα, τον άνεργο και τον φτωχό, αλλά είναι συνοδοιπόρος του. Ίσως υπάρχει μια μικρή διαφορά στο πώς αντιλαμβάνονται τον θάνατο: Ποιος είπε για τον ποιητή/ πως μαύρος είναι ο θάνατος; «Ανάμεσα στους στοχαστές /ολόκληρος έγινα κι ο ίδιος /ένας στοχασμός…»