ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ – ΓΡΑΦΕΙ: ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΥΚΕΑΣ

  • 23.4.2018

Θοδωρής Κανάκης, Άυλος χρόνος

Κριτική του βιβλίου του κυρίου Θοδωρή Κανάκη ΑΫΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ (Εκδόσεις Παπαζήση, 2018), από τον φιλόλογο κύριο Σωκράτη Κουκέα, κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις 23 Απριλίου 2018, στον Ιανό.

Στα χρόνια που  γνωρίζω τον Θοδωρή Κανάκη δεν έπαψε να με ξαφνιάζει, αποκαλύπτοντας τις διαφορετικές πλευρές του, τον πλούτο ταλέντων και ευαισθησιών που εκδηλώνονται με τρόπο διακριτικό τέτοιον που αντικατοπτρίζει τον χαρακτήρα του. Ο ευγενικός άνθρωπος, ο αρχιτέκτονας, ο ζωγράφος, ο μουσικός, αποκαλύπτει τώρα και μια άλλη πλευρά της πολύπλευρης προσωπικότητας και του πλούσιου ταλέντου του. 

Σε μια αισθητικά άρτια έκδοση των εκδόσεων Παπαζήση, Ο Άυλος Χρόνος  αποκαλύπτει τον ποιητή-πεζογράφο Θοδωρή Κανάκη. Ή διαφορετικά: στην αισθητικά άρτια έκδοση ο αρχιτέκτονας Θοδωρής συμπυκνώνει την ευγένειά του μέσα  στα κείμενα και στα σχέδια που τα συνοδεύουν. Πρόκειται για μια «έκδοση» που αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις: σε πρώτο επίπεδο τα συναισθήματα που ξεπηδούν μέσα από νοσταλγικές αράδες και στίχους χαρακτηρίζουν τη γραφή  προσωπική. Ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο ο χειρισμός κοινών τόπων, κοινών βιωμάτων,  οδηγούν σε καταγραφή μιας πόλης με τα σπίτια, τους πολίτες της, τα δυνατά της σημεία και τις αδυναμίες της. Κι ακόμα: Από τη διάθεση του αναγνώστη εξαρτάται το κατά πόσον θα αναζητήσει στις λέξεις, στις φράσεις, στις εικόνες, στις σκέψεις, στα υλικά εντέλει που συστοιχίζονται για να απεικονίσουν την πόλη, τις αιτίες που μας διαμόρφωσαν, τον καθρέφτη του εαυτού μας.

 

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε: «Κάθε άνθρωπος είναι ένας ταξιδιώτης στο χρόνο. Ταξιδεύει “μόνος και μετά πολλών”. Ο χρόνος δεν έχει αρχή, ούτε τέλος, υπάρχει και δεν υπάρχει. Μέσα σε αυτόν, τοποθετούνται τα γεγονότα σε μια σειρά για να μπορέσουμε να ορίσουμε και να ανατρέξουμε σε οποιοδήποτε σημείο, στο μαγικό σημείο της ζωής. Το ταξίδι αυτό είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες και σκέψεις αναδύεται ένας κόσμος όμορφος, ευαίσθητος, αισιόδοξος, προκλητικός, ερωτικός, περίεργος, σκληρός, ενθουσιώδης όπου ο καθένας μπορεί να  μπει μέσα του και να δει αυτό που θέλει».

Κι ο Θοδωρής Κανάκης καταγράφει αυτό που θέλει να δει: Διαμορφώνει τον κόσμο με διάθεση  εκλεκτικιστική -για να μιλήσουμε με όρους αρχιτεκτονικούς-  επαναδιαπραγματευόμενος τα στοιχεία και τις αξίες που τον περιβάλλουν και επιλέγοντας ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο σημαντικό από όσα τον περιβάλλουν, ποιητής του κόσμου και του ίδιου του εαυτού του.

 

Στα περισσότερα από τα κείμενά του ο χώρος ορίζεται με την ακρίβεια του αρχιτεκτονικού σχεδίου, με την ακρίβεια που αποτυπώνει λεπτομέρεια της καθημερινότητας. Το πρώτο που συναντά ο αναγνώστης ανοίγοντας το τεύχος είναι ο τίτλος «Σκέψεις για την Τέχνη και την Αρχιτεκτονική».

Είναι μια εκμυστήρευση για το πώς αντιλήφθηκε μέσα στη δημιουργική του πορεία τα δύο πεδία της δράσης του, σε ποια σημεία η Αρχιτεκτονική εφάπτεται με την Τέχνη και ποια είναι τα διακριτά τους σημεία: Η Τέχνη… είναι αναγκαιότητα, είναι επομένως σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση, κι αυτό γιατί το διακριτό της σημείο είναι το πνεύμα και το πνεύμα εκφράζεται με την Τέχνη. Κι από την άλλη η Αρχιτεκτονική είναι η επιστήμη των τεχνών: Είναι η ανάλυση και η σύνθεση, είναι το εργαλείο για τη συνειδητοποίηση της πνευματικής έκφρασης.

 

Ο χώρος μεταστρέφεται σε βίωμα: Το σπίτι, γράφει ο Θοδωρής, «θα μπορούσε να είναι ένα σύνολο / από ομόκεντρους κύκλους» και στο κέντρο, στον πυρήνα «η καρδιά σου» κι ύστερα «σπίτι είναι εκεί που ακουμπάς το κεφάλι σου… το μέσα σου… το καταφύγιο ..η γη …οι άνθρωποι που αγαπάς… η μουσική» κι όλα αυτά «ο εαυτός σου». Η άρση της κραυγαλέας κοινωνικότητας του Θοδωρή δεν σημαίνει εσωστρέφεια αλλά αντίθετα δηλώνει τη γνήσια κοινωνικότητα που σιωπηρά εγκολπώνεται κάθε τι που βρίσκεται γύρω του και ορίζει τον εαυτό του ως γνήσιο δημιούργημα του περιβάλλοντος, της εποχής, των ανθρώπων που η τυχαιότητα τον οδηγεί στη συναναστροφή τους που η όψη, η έκφραση, η κίνηση αρκούν για να εκτιμήσουμε, για να κατατάξουμε, για να αποδεχούμε:

            «Δεν χρειάζεται να μου το πεις./ Είναι γραμμένο στο πρόσωπό σου».

 

Στις 118 σελίδες της έκδοσης σε φόρμα ποιητική και πεζή, ο Θοδωρής αποτυπώνει στιγμές στις οποίες το προσωπικό βίωμα αγκαλιάζει τον αναγνώστη και τον «υποχρεώνει», τολμώ να πω, να το αισθανθεί δικό του, να ενδυθεί το ρόλο του υποκειμένου της κάθε μικρής ξεχωριστής ιστορίας.

 

Η πόλη, οι δρόμοι, τα αντικείμενα που διαμορφώνουν το περιβάλλον, μεταστρέφονται σε αναπόσπαστο στοιχείο του ψυχισμού του υποκειμένου.

«… Εκείνο το βράδυ πήγε για ύπνο κουρασμένος με πολλές σκέψεις στο μυαλό του…. Κάποια στιγμή ήρθε και τον πήρε για μια βόλτα ο ύπνος. Ήταν καπετάνιος στο πλοίο, η ταράτσα είχε μεταμορφωθεί σε κατάστρωμα και η θάλασσα των πολυκατοικιών αριστερά-δεξιά είχε μεταμορφωθεί σε πραγματική θάλασσα…» και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε: «… το όνειρό του κάτι ήθελε να του πει» η πόλη, το λιμάνι, η ταράτσα είναι οι οδηγοί σε μια πορεία που ασυναίσθητα ακολουθούμε, που διαμορφώνουμε και μας διαμορφώνει, με την οποία μάς «θυμίζουμε ποιοι είμαστε».

 

Όσοι γνωρίζουμε τον Θοδωρή Κανάκη -άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο- διαβάζοντας τον Άυλο Χρόνο, αντιλαμβάνονται εύκολα πως κινείται σε χώρο και χρόνο πραγματικό, δίπλα σε πρόσωπα υπαρκτά. Κι εδώ βρίσκεται η «αξία» του εγχειρήματος του Θοδωρή: Η πραγματικότητα μας οδηγεί σε έναν κόσμο παραμυθιού μέσω τού «ποιητικού» -με τη βαθιά έννοια της λέξης- του «ποιητικού» ταλέντου του ποιητή-δημιουργού, που διακρίνει σε κάθε απλό κι ασήμαντο αξία.

 

Οι δρόμοι ορίζονται στο αφήγημα «11.45 μ.μ.» : «Καρυατίδων-Καβαλλότι, το Ηρώδειο ο φούρνος του Τάκη και πιο κάτω στην επαρχιακή οδό Βελανιδίων-Κορυφασίου η Γλυκόριζα, το Μαυροβούνι, η Βοϊδοκοιλιά…» τόποι που για πολλούς είναι άγνωστοι ή απλά σήμα σε μια ταμπέλα της τροχαίας που συναντούν τυχαία στο δρόμο, είναι η απόκριση της φύσης στο αίτημα της ψυχής μας για γαλήνη, για ευτυχία «Μ’ αρέσουν όλα… Όλο το σκηνικό σχημάτιζε μια πανδαισία… τα τζιτζίκια γιορτάζουν σήμερα που είναι Κυριακή…» 

 

Αυτή η διείσδυση στο σημαντικό μέσω εκείνων -προσώπων, καταστάσεων, πραγμάτων- που μας περιβάλλουν, που τα θεωρούμε δεδομένα και εντέλει δεν τα αντιλαμβανόμαστε: Είναι η συναισθηματική διάσταση της ύπαρξης μας, της κάθε ύπαρξης, που τείνει στις μέρες μας να συνθλιβεί κάτω από το βάρος του ατομισμού και του ανελέητου ανταγωνισμού.

 

Τα κείμενα με τα σχέδια, τα σχέδια με τα κείμενα. Δεν υπάρχει πάντα ευθεία ανταπόκριση των σχεδίων προς τα κείμενα. Εντούτοις σχέδια και κείμενα συνεργάζονται με τρόπο αδιόρατο στο να αφυπνίσουν  συναισθηματικά τον αναγνώστη-θεατή.

 

Η απόληξη ενός παπουτσιού, το βερνίκι κάμελ και η βούρτσα του στιλβώματος, αποκτούν νόημα με τη δήλωση του τίτλου “Mind the gap”- “Προσοχή στο κενό” κι όσο κι αν το ποίημα της σελίδας 42 ακολουθεί το δρόμο του, κι η προειδοποίηση στους ταξιδιώτες του τρένου συνειρμικά οδηγεί στην μουσική παύση, στην απουσία με την οποία υποχρεωνόμαστε  να αντιληφθούμε την παρουσία, στην άρση στοιχείο απαραίτητο για  τη δήλωση της θέσης, από το τίποτα στα πάντα, το βερνίκι, η βούρτσα και η μύτη του παπουτσιού, αποκτούν το «κενό» του φανταχτερού, του περιτυλίγματος, εν τέλει του φαίνεσθαι της κοινωνίας μας, του άδειου πίνακα που ο καλλιτέχνης καλείται να σηματοδοτήσει, κενό που πρέπει να προσέξουμε και να νοηματοδοτήσουμε για να αντιληφθούμε το «είναι».

 

Κάπου στα κείμενά του ο Θοδωρής αφήνει την πόρτα ανοιχτή προσφέροντας τον εαυτό του: «… Κι όπως ήμουν κάτω πεσμένος δάκρυα σταγόνες/ της βροχής άστραφταν στο πρόσωπό μου./ Και σκεφτόμουν όλη τη ζωή μου/ σαν ένα φιλμ που έτρεχε μπροστά/ στα μάτια μου σαν ένα ποτάμι…/…και έψαχνα τη δύναμη μέσα μου/ για να σηκωθώ, να απογειωθώ/ για να με συναντήσω…»

 

«Αγαπητέ μου κύριε,/ είναι η ώρα για μια βόλτα στον κόσμο/ Να θυμάσαι ότι εσύ είσαι το ρολόι», αυτό διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο «Στη νύχτα και στη μέρα» για να δέσει με το καταληκτικό ποιητικό «Μητροπόλεως και Φιλελλήνων»: «Τρεις το πρωί στη γωνία Μητροπόλεως και Φιλελλήνων/ χωρίς φιλιά αγκαλιές και hanky panky./ … μια απ’ αυτές τις νύχτες που λέμε ιστορίες on the rocks/ λίγο πριν ξημερώσει… κι εγώ ανέβαινα την κατηφόρα στη γωνία Μητροπόλεως και Φιλελλήνων/ γέρνοντας λίγο προς τα δεξιά, / περιμένοντας τις πρωινές εφημερίδες».

 

                                                                                                            Καλοτάξιδο…