ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

31.3.2019

Ο Ιωάννης Τζόβις δημοσιεύει στην παρούσα ιστοσελίδα δύο ανέκδοτα ποιήματά του.

ΤΙ ΨΑΧΝΕΙΣ;

Τι ψάχνεις;

Τα βράδια μόνος ξυπνάς κοιτώντας το φεγγάρι.
Η δουλειά δεν σε χωράει πιά.
Το σπίτι σου μικρό.
Τι θέλεις;
Ανήσυχο το πνεύμα και το σώμα.
Δεν βρίσκεις απάγκιο να κρυφτείς από τον άνεμο.
Τον άνεμο που φύσηξε για να σ’ αλλάξει.
Να αλλάξει όσα νόμιζες ότι ήθελες,
όσα στόχευες και πίστευες ότι θα σε καθόριζαν.
Αφού δεν άλλαξες μόνος σου
θα ‘ρθει εκείνος να σε ξεκουνήσει από τον ζεστό ήρεμο βάλτο σου.
Κοιτάς πίσω και βλέπεις τα μεγαλεία σου
που ως άλλος θεός εν σοφία εποίησες.
Χαμογελάς με ικανοποίηση
κι όμως
ο άνεμος αρχίζει να κάνει τα φύλλα να θροΐζουν. Και δυναμώνει.
Κοιτάς μπροστά. Το όριο. Τι να πρωτοκάνεις;
Σαστίζεις.
Ώσπου ο άνεμος γίνεται θύελλα και σε ορίζει.
Είναι πιο δυνατός.
Θα σε πάει εκεί που δεν ήξερες πως θες να πας,
θα κάνεις πράγματα που δεν ήξερες πως θες να κάνεις.
Γιατί;
Για να γεμίσεις με ζωή και τα τελευταία στεγανά της ψυχής σου.
Να σηκώσεις το κεφάλι για μια στιγμή από τον καθημερινό κάματο
και να σκεφτείς: Ποιός είμαι; Τι θέλω να κάνω;
Και σιγά σιγά να προχωρήσεις προς τα κει.
Προς τα σένα.
 
ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕ
Κουράστηκε η Αγάπη.
Ανέβηκε την ανηφοριά μέρα μεσημέρι.Φορτωμένη με ό,τι ξεκάρπισε από το προκομμένο περιβόλι της.

Δεν κοντοστάθηκε· δεν πήρε ανάσα.

Ήταν μεγάλη η μέρα.

Την έπιασε το παράπονο.  Κουράστηκε.

Σκέφτηκε όμως τα ωραία φρούτα του περιβολιού και γλύκανε.

Άξιζε ο κόπος.  Άλλοι θα τα ζήλευαν.

Δόξα τω Θεώ είπε· σήκωσε και πάλι το κοφίνι και συνέχισε.

Το σπίτι ψηλά στην ανηφοριά· αργούσε να φανεί.

Κουράστηκε αλλά σκέφτηκε όσους δεν είχαν σπίτι κι έκανε υπομονή.

Ο ήλιος την είχε ξεκάνει.

Και τι έχω κάνει για μένα, σκέφτηκε.

Δουλειά το πρωί στο περιβόλι, δουλειά και στο σπίτι το βράδυ.

Κουράστηκε.

Άφησε κάτω το κοφίνι κι έκατσε ιδρωμένη

σ’ ένα πλατύσκαλο στην άκρη του δρόμου.

Αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη.

Ξύπνησε απ’ τη δροσιά του νερού

της καλής γειτόνισσας.

Τι κάνω εδώ, σκέφτηκε.

Τι ωραία πράγματα μάζεψα απ’ το περιβόλι!  Δόξα τω Θεώ!

Χαμογέλασε με ανακούφιση. Τι ευτυχία!

Το σπίτι της φάνηκε κοντά τώρα.  Ο ήλιος ξέπυρος.

Το πρόσωπό της δροσερό και τα πόδια της φτερωτά.

Ευχαριστώ, είπε

κι έκανε την ανηφοριά περίπατο η Αγάπη.

Η αγάπη μας.

 

           ****


10.7.2018

Ο Πάνος Γ. Σπυρόπουλος δημοσιεύει στην παρούσα ιστοσελίδα δύο ανέκδοτα ποιήματά του.

 

ΑΝΩΝΥΜΟ

Και τώρα θα πεθάνω! είπε.

Άφησε τα μάτια ανοιχτά και κιτρίνισε.

Όμως δεν έπαψε να ανασαίνει, σα να το ξέχασε.

Έμεινε εκεί κι εμείς, από συνήθεια, της μιλάγαμε.

Νομίζαμε πως το ’κανε για να μας τρομάξει

Μα όχι.

Δε μας τρόμαζε.

Σκληροί και απόλυτοι στις θέσεις μας τη θεραπεύαμε,

Νομίζοντας ότι αν ζωντανέψει θα ζει.

Ίσως.

Ποιος ξέρει;

 

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΣΑ

Στο τέλος του δρόμου κάθισα να ξαποστάσω

κοιτώντας σαν ξένος πίσω

Άνθρωποι γελούσαν, έβριζαν, αγαπούσαν

κι εγώ μαζί

Περιμένοντας να ’ρθω νύσταξα

κοιμήθηκα

κάπως απρόσμενα

Με πρόλαβαν και μπήκαν απ’τα μάτια μου

αν και κλειστά

 

Μη λαχανιάσεις στο ταξίδι, ανάπνεε σωστά

Αν θες να ξεφύγεις μην κλείνεις τα μάτια

Ούτε να μιλάς. Χάνεις ανάσα

Και τη χρειάζεσαι

***

7.6.2018

Αδημοσίευτο ποίημα του Νίκου Παπαδημητρίου (μελοποιημένο από τον ίδιο:  https://www.facebook.com/121728324508509/videos/1205526519462012/)

ΠΑΝΩ ΑΠ’ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΜΑΘΕ ΜΕ ΝΑ  ΠΕΤΩ

Ξημέρωσε

κι αυτή η αγάπη δεν ξέρει πού να πάει

Πάνω απ’ τη σκόνη του δρόμου

μαζεύει το μίσος

μαζεύει τον πόνο

μαζεύει μοναξιά

μαζεύει τη θλίψη

μαζεύει το όνειρο

μαζεύει την ανασφάλεια,

την αλήθεια, την ηδονή

Πάνω απ’ τ’ αστέρια μάθε με να πετώ

Θέλω μπροστά μου να βλέπω ουρανό

Γυαλί το δάκρυ σαν σπασμένο νερό

Πάνω απ’ τ’ αστέρια μάθε με να πετώ

****

25.5.2018

Ο Αμερικανός ποιητής Michael March δημοσιεύει στην ιστοσελίδα μας δύο ανέκδοτα ποιήματά του. (Νέα συλλογή του μεταφρασμένη στα ελληνικά θα κυκλοφορήσει το πρώτο εξάμηνο του 2019.)

Αποτέλεσμα εικόνας για michael march photo poet

«Inside those cries a marvelous universe»

All turning turns into the past

«Inside those eyes a deaf clarity»

A devastating blue in the palest light

*

«No privilege other than existence»

Truth originates—tastes of itself

A hundred joints, nine openings, six organs

«Which part should I feel closest to—?»

****

29.4.2018

Ο ποιητής ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΝΝΟΣ απέστειλε στην ιστοσελίδα μας το ανέκδοτο ποίημά του με τίτλο «Επιστολή στη νύχτα», από τη συλλογή Μετασχηματισμοί Δ’, η οποία θα κυκλοφορήσει τον προσεχή μήνα.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ  ΣΤΗ  ΝΥΧΤΑ

                                                                                   Παιδιά  μου  φτιαγμένα  από  λέξεις

                                                                                  Μόνο  εγώ  ξέρω  το  πώς  σας  μεγάλωσα

Λυπάμαι  που  ήρθαν  τα  πράγματα  έτσι. Εγώ  εδώ  συλλέγω  τις  μυστικές  φωνές  των  παλιών  δέντρων. Έκανα  κατοικία  μου  το  άρωμα  των  ζωγραφιστών  πεύκων. Μαριονέτες  για  λίγο  βγαλμένες  απ’ τα  παραμύθια  τους  με  κοιτάζουν  μες  απ’ τις  καλαμιές. Αμετάφραστα  ρυάκια  αθανασίας  μου  δείχνουν  την  ανταμοιβή: Να  κοιτάζω  τον  ορίζοντά  μου  ώρες  ολόκληρες. Τι  να  θυμούνται  τα  κλειστά  παράθυρα  ακούγοντας  το  μακρινό  κελάρυσμα  μιας  άλλης  ζωής  που  όμως  ήδη  βλέπω  τα  γυμνά  της  πόδια. Εσύ  Νύχτα  δεν  έχεις  ανάγκη  το  πρώτο  αστέρι  πάνω  απ’ τους  λόφους  για  να  ζήσεις. Ούτε  τις  ανάγλυφες  γοργόνες  στους  τοίχους  των  έρημων  σπιτιών  στα  νησιά. Έχω  γίνει  μύστης  των  ανεμόμυλων  εδώ  πέρα. Πολλές  φορές  όταν  νυχτώνει  στέκομαι  δίπλα  στη  θάλασσα  και  νιώθω  σαν  να  επέστρεψα. Η  απουσία  έχει  το  πρόσωπο  της  γενναιοδωρίας  που  πάντα  λυτρώνει. Άρχισα  να  σκάβω  μέσα  μου  κι  έβρισκα  νησιά  με  άγνωστα  ονόματα  και  κλωστές  αόρατων  υφασμάτων: Έπαιρνα  σιγά  σιγά  το  σχήμα  που  ήμουν. Πότε  με  καταθέτω  στο  θαύμα, πότε  με  πλησιάζει  εκείνο  σαν  να  ρωτάει: «Μήπως  θέλεις  να  σου  φέρω  κάτι ;». Σε  κάθε  χωριάτικο  πεζούλι  η  γλώσσα  μού  χαμογελά. Είναι  γιατί  βρίσκει  την  καλύτερη  υλική  της  αναλογία. Με  το  τελευταίο  φως  της  μέρας  βλέπω  τα  δίχως  πατρίδα  πρόσωπα  που  σχηματίζουν  οι  κορυφογραμμές  και  τα  όνειρα  που  θάβει  στους  κήπους  ο  αόρατος  χαρτογράφος  των  ξεχασμένων  στιγμών. Πάνω  στα  μνήματα  λίγα  μυρμήγκια  σαν  να  θυμούνται  τη  ματαίωση  και  το  γέλιο  ενός  πήλινου  προσώπου, ταίρι  και  καλούπι  προσώπου  ανέφικτου. Ξύπνησα  μέσα  σ’ ένα  ξωκλήσι. Η  μοναξιά  των  αγριολούλουδων  με  τράβηξε  απ’ το  χέρι. Μισάνοιξα  την  πόρτα. Ανάδευα  το  σεπτό  φως  με  τα  χέρια  μου. Άκουσα  τότε  το  γέλιο  της  γης. Πήρα  ένα  λουλούδι  κι  έγραψα  πάνω  στο  ατσάλι  της  θεϊκότητας  ένα  όνομα. Ένα  τραγούδι, για  την  αγαπημένη  των  ωρών:

 

                   Κοιτάζω  τα  μάτια  σου  και  προσκυνώ  το  φως

                   Κι  είναι  σαν  ένα  ένδοξο  λευκό  πτηνό

                   Να  φτερουγίζει  απ’ το  μυαλό  μου

                                                     Στου  φιλιού  σου  το  καλοκαίρι.

 

                   Κοιτάζω  τα  μάτια  σου  που  ’κάψαν  τον  ήλιο

                   Και  λέω  τ’ όνομά  σου  στη  σιωπή  των  άστρων

                   Το  σώμα  σου  μοιάζει

                                                                     Με  γιορτινή  Κυριακή.

 

                   Κοιτάζω  τα  μάτια  σου  που  βουρκώνουν  για  τα  βουνά

                   Και  τα  χέρια  αγγίζουν  με  καλοσύνη  το  λαμπρό  νερό

                   Μια  σιωπή  αγάπης  αστράφτει

                                                                   Στης  φωνής  σου  τον  κήπο.

 

                   Κοιτάζω  τα  μάτια  σου  που  φέγγουν  σαν  πλώρη  καϊκιού 

                                                                το  ξημέρωμα

                   Το  πως  μια  ηλιαχτίδα  στο  πρόσωπό  σου  χαίρεται 

                                                                      τη  ζωή

                   Κοιτάζω  την  ομορφότερη  απεραντοσύνη  του  κόσμου:

                                                               τα  μάτια  σου.

 

Το  ρολόι  έλεγε  αινίγματα  στις  μνήμες  της  μέρας  για  να  κοιμηθούν. Παρατηρώ  τότε  ένα  άστρο  όπως  την  προσευχή  ενός  αηδονιού: «Μη  με  περιμένεις», λέω, «Δεν  θα  ξαναγυρίσω. Ύψωσα  το  χέρι  να  κόψω  το  αόρατο  άνθος − δεν  υπάρχει  επιστροφή». Μου  φαίνεται  πως  μέσα  στον  καθένα  κατοικεί  ένα  δέντρο. Ελάχιστοι  όμως  καταφέρνουν  να  το  μεγαλώσουν  και  να  κόψουν  καρπούς. Είδα  κάποτε  σ’ ένα  βράχο  δίπλα  στο  κύμα  χαραγμένο  ένα  πρόσωπο. Μακριά  μαλλιά, λεπτά  χείλη, λίγο  ο  λαιμός  διακρινόταν  και  τα  μάτια  αχνά. Η  μύτη  μια  γραμμή. Φαγωμένο  απ’ το  θαλασσόνερο. Εγώ  έβλεπα  το  πρόσωπο  της  ελληνικότητας. Ο  άνεμος  απ’ τη  θάλασσα  δεν  έφερνε  καμία  φωνή. Μόνο  του  πάνω  στο  βράχο, να  βρέχεται, και  να  στεγνώνει. Μα  εμένα  μου  φαινόταν  πως  όλο  και  πιο  έντονα  κοίταζε. Περπάτησα  στην  αμμουδιά  σαν  αθωωμένος. Περπάτησα  στον  ουρανό: Τίποτα, κανείς. Μόνο  το  γδαρμένο  ξύλο  μιας  αγάπης  να  αγιάζει  στη  μνήμη. Πήρα  λίγη  κυκλαδίτικη  λαλιά  κι  ασήμι  από  κλειστό  μεταλλείο  και  στόλισα  το  πρόσωπό  της. Σου  το  προσφέρω  Νύχτα, είναι  το  δώρο  μου. Εσύ  τ’ αντέχεις  όλα, εγώ  όχι. Σε  παρακαλώ  να  το  φυλάξεις. Εμένα  άσε  με. Θα  δίνω  όλη  μου  την  πίστη  σ’ ένα  ταπεινό  θυμάρι  δίπλα  στη  θάλασσα. Κι  ίσως  μπορέσω  κάποτε, να  γίνω  το  κερί  στο  ερημοκλήσι  της  καρδιάς  της. Γιατί  τη  νυμφεύθηκα  στο  Άγιο  Όρος  του  κορμιού  της. Γιατί  της  ανήκω. Γιατί  κράτησα  τα  δάκρυά  της  στα  χέρια  μου  για  να  πληρώνω  μ’ αυτά  το  φως  που  μου  δόθηκε. «…Ξυπνημένη  με  φιλί  ήρθες  στον  κόσμο. Κοίτα, φύτεψα  ένα  δέντρο  για  σένα. Μέτρα  τα  φύλλα  του. Και  τώρα  μέτρα  την  απόφαση…».

***

25.4.2018

Η ποιήτρια ΒΙΒΗ ΚΟΨΙΔΑ-ΒΡΕΤΤΟΥ έστειλε στην ιστοσελίδα μας το ανέκδοτο ποίημά της με τίτλο «Ο άνθρωπος και το ποδήλατο».

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Πρώτη πράξη 

Σκηνή πρώτη

Στην αρχή ήταν ο άνθρωπος

Στην αρχή ήταν και

Tο ποδήλατο καβαλίκευε

Ο άνθρωπος το ποδήλατο

Και πάνω κάτω περνούσε

Φορτωμένος βράχους

Καφάσια ζαρζαβατικά και

Ανάσα χολάτου περιβολιού

Μια νιότη φυσούσε στα

Αιμάτινα μηνίγγια του ποτέ

Δεν τη σκούπιζε συσπασμένοι

Θόρυβοι τροχοφόρου αγωνίας

Και πλόκαμοι βιοπάλης ως

Παραμυθιού αντιφώνηση

Σκηνή δεύτερη

Έπειτα ήρθε ο χρόνος

Σθεναρός επισκέπτης

Αιφνιδιάζει το θέρος

Εισορμά στη νεότη

Εντολή εκτοξεύει

Η ταχύτης εκπίπτει

Το ποδήλατο άσθμα

Φέρει του ασύδοτου

Κόκκινου ανέμου το δέος

Πράξη δεύτερη

Σκηνή πρώτη

Και ο άνθρωπος πάνω στο παλιωμένο πια ποδήλατο πιάνει την άκρη του δρόμου σχεδόν τσουρουφλίζεται στα θυμωμένα αγριαγκάθια των ρείθρων του δρόμου τα καφάσια ασταθή συνοδά του γερασμένου ιδρώτα του αργά-αργά γυρίζουν οι σκουριασμένες αντένες παρακολουθούν την άχαρη δημογραφία του ταχύτης ευθύγραμμη ομαλή u=ωR σκελετός ποδηλάτου σκελετός του ανθρώπου.

Σκηνή δεύτερη

Προϊόντος του χρόνου, προϊόντος του δρόμου… κεκυφώς ανθρωπάκος κατεβαίνει από το ποδήλατο αποθέτει στον παρελθόντα χρόνο τα αγροτικά του καφάσια συνοδοιπορεί άνθρωπος και ποδήλατο αναδεύονται αργά-αργά ελαχίστη πορεία ατέρμονος και πειθήνιου χρόνου το θέρος φέγγει ερήμην τους η χλωρίδα μαίνεται και πάλι ερήμην τους το κεφάλι σκυφτό ωμοπλάτη καμπύλη αστόχαστους αφουγκράζεται ήχους φιδοσέρνοντ’οι δυο τους άνθρωπος που κρατάει ποδήλατο και ποδήλατο συνοδό του ανθρώπου καλημέρες στο βάτο τριβόλι στα καλάμια τ’αχτένιστα στα μαλλιά του διαβόλου κει στην άκρη του ρείθρου σαν κωφεύει τη μέρα.

Πράξη τρίτη

Σκηνή πρώτη

Ορθόστητη ως φωτός στήλη

Ελλοχεύει στις λαίμαργες

Αποχρώσεις καλοκαιριού

Πρέποντος στη νεότη

Καρυάτιδα  κόρη εν κινήσει

Απαλού συριγμού του ανέμου

Πρωινό θάλλει σε στήθος

Έρωτα γόνιμου πολιτεία

Οι πόθοι

Τρέχει τώρα μαρς το ποδήλατο

Σαν το άνθος τον καρπό που

Λιμπίζεται και απλώνει

Το χέρι στη ζωή να σκιρτήσει

 Σκηνή δεύτερη

Δεν την είδε

Δεν τον είδε

Χρόνοι άζηλοι

Που δεν συνορίζουν.

 Πράξη τέταρτη (τελευταία)

Κι ένα άλλο ποδήλατο άυλο άσαρκο σαν του αναβάτη του τη βραχύβια μοίρα γαλουχείται με της μνήμης ώριμο παραμύθι πως κάποτε ήταν και ήταν κι αντρωθήκαν ρόδες εξαρτήματα νίκελ οπτασία στην Εδέμ της χλόης των πάρκων εδώ της σκόνης το βασίλειο που βρυχάται εναλλάξ με πηγές παραπόνου… Αργαλέον γήρας ἥβης ἄνθεα γίνεται ἁρπαλέα…

Θάνατοι κραταιοί ως η ζωή κραταιά…