Κριτική του κ. Παντελή Μπουκάλα για τις ποιητικές συλλογές Φωτογραφίες και Ζωογραφίες της Σοφίας Σακελλαρίου, των εκδόσεων Μελάνι. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 19, άνοιξη-καλοκαίρι 2017, Εκδόσεις Πατάκη.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Φεβρουάριος 2015: Φωτογραφίες. Ιανουάριος 2016: Ζωογραφίες. Δύο βιβλία ποίησης μέσα σε έναν χρόνο. Ενενήντα ποιήματα, πενήντα στο πρώτο βιβλίο, σαράντα στο δεύτερο, μια γερή σοδειά, ικανή να φανερώσει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και κυρίως την ωριμότητα μιας φωνής που είναι φανερό πως ασκήθηκε επί μακρόν στη σιωπή, πριν αποφασίσει να φτάσει στο «τυπωθήτω». Οι «Ωδίνες», το προτελευταίο ποίημα των Ζωογραφιών, ανακεφαλαιώνουν με ευθύτητα έναν εσωτερικό πόλεμο δίχως τέλος:

Φοβάμαι το ποίημα που έχω μέσα μου./ Μην πρόωρα μου πέσει./ Μα και τη μέρα που θα γεννηθεί./ Τι θα προσποιηθεί μονάχο του./ Κι εγώ τι θ΄απογίνω.

Αλλά όχι. Δεν έχουμε να κάνουμε με ποιήματα που προσποιούνται − με ούτως ειπείν προσποιήματα. Διαβάζουμε −και ξαναδιαβάζουμε− ποιήματα που παραμένουν άμεσα, όλο σφυγμό και αίμα, παρά την πολλή επεξεργασία τους. Και παρά την −αχρείαστη πιστεύω, και σίγουρα άδικη− σπουδή της Σακελλαρίου να κηρύξει «λείψανα» τα ποιήματά της ήδη στο πρώτο ποίημα των Ζωογραφιών, τη «Χρεοκοπία»:

Σπέρνω στη γη μου λέξεις/ μήπως βλαστήσουν ποιήματα/ ψηλώσουνε, δέσουν κορμό,/γίνουνε δάσος με δέντρα ομιλούντα,/ κλαίουσες, πεύκα, βελανιδιές,/ τη μέρα να ανασαίνω ίσκιο απ’ τα φυλλώματα,/ τη νύχτα να τ’ ανάβω να ζεσταίνω τα χέρια.// Μ’ από το χώμα φυτρώνουν λείψανα / πλεγμένα με χρυσάνθεμα ξερά,/βρύα, σβηστά καντήλια/…

Τα σποραδικά παιχνίδια με τον ήχο των λέξεων ή με το έτυμόν τους «Μεροκάματο στερητικό/ νήπλυτο νηκερδές νηστικό» για παράδειγμα, ή: «Η ανακοίνωση του Λιμενικού,/ όπως πάντα,/ ήταν λυτή») πιστοποιούν πως η πολύχρονη τριβή με τη γλώσσα απέφερε τη βαθύτερη γνώση της, αλλά και πως το παιχνίδι γίνεται επειδή (και όταν) κρίνεται ποιητικά αναγκαίο, όχι προς εντυπωσιασμό. Η γλωσσική καλλιέργεια συμπορεύεται με την ευδιάκριτη έγνοια για το ρυθμό, τη μουσική των λέξεων, έστω και αν η έγνοια αυτή δεν αποτυπώνεται και στη φόρμα των ποιημάτων. Ας μνημονευτούν πάντως και κάποια παιχνίδια ενός άλλου είδους, επίσης σποραδικά, που θα τα έλεγα εικαστικά, όπως στο ποίημα «Γερανοί» από τις Ζωογραφίες, που τείνει να γίνει τεχνοπαίγνιο ή καλλιγράφημα:

Mέσα στα δάκρυα των ζωντανών
πετούν τεφρόχροοι γερανοί
«ζωή σε λόγου σας»
«συλλυπητήρια»
«πάντα να τον θυμάστε»
Ξέρουν καλά ότι πετούν νεκροί
Μετά τον καφέ το παξιμάδι τις χειραψίες
ένας ένας στη σειρά
επιστρέφουν στα δοχεία τους αργά
πέφτουν αθόρυβα
στον πυθμένα
πασπάλη
αθέατη
τεφρή
αραιή
φφφ
φφ
φ
– γι’ αυτό τεφρόχροους τους λένε

ή στο ποίημα «Ανοιξη», «σαν άνοιξη το χαρτί βυθίζεται »,όπου η τελευταία λέξη, «βυθίζεται», γράφεται με γράμματα μειούμενου μεγέθους, έτσι ώστε να εικονογραφηθεί κατά κάποιον τρόπο ο καταποντισμός. Ο αναγνώστης μπορεί να ξαφνιαστεί από αυτές εμφανίσεις της εικονο-ποίησης, και πάλι όμως θα πειστεί για την ποιητική αναγκαιότητά τους, την εσωτερική τους νομιμοποίηση.

Λιγόλογο το βιογραφικό στο αυτί των δύο βιβλίων, πληροφορεί τον αναγνώστη πως η ποιήτρια ασκείται επί τρεις δεκαετίες στη δημόσια γραφή (που παναπεί στη δημοσιογραφία) ή στην επιμέλεια και διόρθωση της δημόσιας γραφής άλλων, λογοτεχνών και μη, δεν τη βασάνισε ωστόσο το άγχος της δημοσίευσης των ποιημάτων της, όπως συνήθως συμβαίνει. Για να αποφασίσει να μας τα εμπιστευτεί έπρεπε πρώτα να τα εμπιστευτεί η ίδια. Να τα ζυγίσει και να τα ξαναζυγίσει. Να πειστεί πως ενηλικιώθηκαν. Πως υπάρχει λόγος να ακουστεί δημόσια ο λόγος τους. Και όντως υπάρχει.

Οι τίτλοι των ποιημάτων στο πρώτο βιβλίο μοιάζουν ουδέτεροι, ακόμα και ψυχροί, σαν τους «τίτλους» που σημειώνει ένας φωτογράφος πάνω στα έργα των χειρών του, συνοψίζουν όμως με ευκρίνεια και πληρότητα το θερμό, θερμότατο περιεχόμενο που στεγάζουν: «Δημήτρης – Κορυδαλλός». «Κυρά-Λένα − Αμπελόκηποι». «΄Ολγα – Τουρκοβούνια»… Μικροϊστορίες ανθρώπων που τσακίστηκαν και άλλων που αντέχουν, οι οποίες σχηματίζουν και ανασταίνουν μπροστά μας, και αυτό είναι σπουδαίο, πρόσωπα· όχι σκιές ή φαντάσματα. Ένα εικονοστάσι σαφώς ορισμένων ανωνύμων, χωρίς ωστόσο η ιστόρησή τους να αποποιείται το δικαίωμά της στην αυστηρότητα και στον έλεγχο. Δεν έχουμε άλλωστε να κάνουμε με αγιογραφίες αλλά με φωτογραφίες βάθους. Του βάθους που αποκαλύπτεται από λέξεις αιχμηρές, επίμονες και μεθοδικές.

Η εσωτερική αντιδιαστολή, η ενδότερη αντιδικία, η διαρκής διαμάχη, μια διπλότητα για να τολμήσω έναν άλλον όρο, πότε έκδηλη (όπως στην περίπτωση των τίτλων και του περιεχομένου) και πότε καλά αφομοιωμένη, είναι πιστεύω ο ποιητικός τρόπος της Σοφίας Σακελλαρίου, το καθεστώς της γραφής της. Και πρόκειται για μια διπλότητα που δεν αποβαίνει διχαστική αλλά λειτουργεί πολλαπλασιαστικά, δίνοντας βάθος στις -γραφίες της. Στα δύο βιβλία, δηλαδή, που και το κοινό μισό του τίτλου τους μαρτυρεί το κοινό τους ρίζωμα στον ίδιο κόσμο αισθημάτων και σκέψεων, και την παρόμοια ποιητική τους στάση και σκόπευση, σαν ένα και μόνο βιβλίο τελικά, που πάγωσε προς στιγμήν, μόνο προς στιγμήν, για να δοθεί σε μέρη δύο, αλληλοϋποστηριζόμενα και αλληλοσυμπληρούμενα· το καθένα τους, κάτοπτρο του άλλου. Εδώ ο λυρισμός συγκατοικεί με το σαρκασμό, το αυστηρότατο με το γνήσια συγκινημένο, το σύντομο στα όρια ενός επιγράμματος με το αφηγηματικά εκτενές, ο σκληρός έλεγχος της μηχανής που παράγει αέναα διαψεύσεις (προσωπικές ή συλλογικές) με την τρυφερότητα για τους βασανισμένους αυτού του κόσμου. Για τους πρόσφυγες πρώτα πρώτα, για τον Τουφίκ, τον Μοφάκ, την Αλμίρα, τον Ράμι, τον Ιλία, τον Αϊλάν, τη Χανί, στους οποίους αφιερώνεται το εξαιρετικό ποίημα «Το καράβι» των Ζωογραφιών:

Αν σου ‘χα στείλει ένα καράβι,
τη γολέτα με το κατάρτι το σταυρωτό,
«ΑΙΓΑΙΟΝ», «ΣΩΤΗΡΙΑ», «ΠΟΣΕΙΔΩΝ»,
α, μικρό μου, θα ‘δινες μια,
θα ξεσκάλωνες απ’ το βυθό,
θα σάλταρες στο κατάστρωμα,
θα ‘τρεχες, θα σκαρφάλωνες ψηλά στην κόφα,
θα ‘βλεπες στον ορίζοντα δελφίνια να κολυμπάνε,
να κουβαλούν στη ράχη τους αρχαία παραμύθια,
τον Φάλανθο, τον Τηλέμαχο, τον Αρίωνα,
τα παραμύθιαείναι γεμάτα δελφίνια, μικρό μου,
κι όλους τούς σώζουν τα παραμύθια,
τα δελφίνια όλους τούς σώζουν απ’ τον πνιγμό.
Και όταν θα μεγάλωνες, θα γινόσουν ναυπηγός.
Θα έφτιαχνες καράβια, στολισμένα με δελφίνια
να σώζουν ήρωες, πρίγκιπες, θεούς,
μουσικούς που θα κρατούσανε στα χέρια αυλούς
και πανέρια με ζουμερά σταφύλια.

Πολιτική ποίηση; Προφανώς. Και όχι μόνο στο «Καράβι». Η Σακελλαρίου μπορεί και απαρτίζει πολιτικά, πολιτικότατα ποιήματα χωρίς να χρειάζεται τον τόνο της κραυγής, του αναθέματος ή πάλι του δημοκοπικού δοξολογήματος. Χωρίς τη συνήθη ρητορική δηλαδή. Και με τα αισθήματά της υποταγμένα στην ποίηση και στο σκοπό της, ώστε να μην την πνίγουν. Είναι στιγμές −ιδίως όταν η αναψηλάφηση της μνήμης αποκαλύπτει απανωτά κοιτάσματα πίκρας− που νιώθεις τις λέξεις βαριά φαρμακωμένες να εξαπολύονται σαν να ΄ναι η καθεμιά τους ένα διψασμένο μαχαίρι. Πώς το μαχαίρι μετασχηματίζεται σε χάδι, αυτό είναι το μικρό θαύμα της ποίησης. Αυτής της ποίησης των Φωτογραφιών και των Ζωογραφιών.

                                                                                    ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ