Βιβή Κοψιδά-Βρεττού (περιοδικό Διάστιχο, 1.8.2018)

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/10365-iparxei-gramma?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=kopsidav%40yahoo.gr&utm_campaign=Newsletter_8_7_2018_17_3

Διαβάζοντας τα σπαρακτικά, κατά βάση, «γράμματα» της Σοφίας Σακελλαρίου διαπίστωνα, αισιόδοξα ίσως, ότι ο μοντερνισμός και η ελεύθερη έκφραση στην ποίηση, και παρά τις εξαγγελίες –δικαιολογημένες ως έναν βαθμό από τη φιλολογία και την κριτική– για τον επελθόντα θάνατό του, μπορεί να έχει ακόμα μια ενδιαφέρουσα διαδρομή ζωής, και μάλιστα χωρίς εκκεντρικότητες, συγκράσεις ή «υποστυλώματα» από άλλες περιοχές ή είδη του λόγου.

Με τον τίτλο «Υπάρχει γράμμα για μένα;» (Εκδόσεις Μελάνι, 2018), η ποιήτρια Σοφία Σακελλαρίου «ποιεί» μια πυρηνική εθνογραφική εικόνα της ανθρώπινης επικοινωνίας, στην τριπλή της σύσταση, υποκειμένων και αντικειμένου: ο ταχυδρόμος, το γράμμα, ο παραλήπτης. Πρόκειται, ωστόσο, και παρά τη φαινομένη αντικειμενικότητα του «γράμματος», για τη συλλειτουργία και τη συναισθηματική-ψυχική εμπλοκή στην επικοινωνιακή πράξη υποκειμένων-προσώπων, καθώς πίσω από το γράμμα ζει και υπάρχει –ή δεν υπάρχει– ο αποστολέας του, με σημαίνοντα πρωταρχικό διανθρώπινο ρόλο. Παρουσία ή απουσία του συνθέτει το σκηνικό κυμαινόμενων εντάσεων της ψυχής του παραλήπτη και υφαίνει ουσιαστικά το οδοιπορικό της ζωής του.

Εξήντα πέντε ποιήματα – εξήντα πέντε γράμματα, που κατασκευάζουν με την κωφάλαλη (;) απουσία τους το πλείστον, ή την κερματισμένη, αμφίβολη, πληγωμένη, «χειμερινή», επιθανάτια παρουσία τους αυτή την κοσμική και υπερκόσμια κατάδυση στις σπηλαιώδεις προσμονές του ανθρώπινου ψυχισμού. Είναι εξήντα πέντε διαφορετικά ποιήματα ή εξήντα πέντε εικονικές μεταπλάσεις μιας μυθοπλασίας που λέγεται ζωή και θάνατος; Ή καλύτερα ενός σπαρακτικού χρονικού, που εκτείνεται από τη Ζωή μέχρι τον Θάνατο, με ενδιάμεσους σταθμούς φωτορεπορτάζ ζωής και της προσδοκίας της.

Όσο διατηρούσα την ψυχραιμία μου διαβάζοντας όχι τα ποιήματα, αλλά τα «γράμματα» της Σοφίας Σακελλαρίου και τα φαντάσματά τους, τις φασματικές τους αντανακλάσεις μέσα μου, ήταν ως να παρακολουθώ, σε ένα πλαίσιο εθνογραφίας της επικοινωνίας, τις ταξινομίες και τα πολλαπλά περιεχόμενα του «μοντέλου speaking», όπως το άρθρωσε ο Hymes, προσπαθώντας να κωδικοποιήσει τα περιεχόμενα του επικοινωνιακού γεγονότος: το φυσικό περιβάλλον, τους συνομιλητές, το τέλος (σκοπό) της επικοινωνίας, τις πράξεις λόγου, τον τόνο, τους διαύλους επικοινωνίας, τις νόρμες, την τυπολογία του λόγου (genre). Σ’ αυτόν τον καμβά αρθρώνεται η επικοινωνιακή ικανότητα και περικλείει την ολότητα της «γλωσσικής συμπεριφοράς», επιτρέπει δηλαδή να αναδυθούν όλα τα διαφορετικά κοινωνικά, πολιτισμικά, υπαρξιακά περιβάλλοντα φωτισμένα ή χαμένα στο ημίφως των προσδοκιών, των ονείρων, των φόβων και των πληγών της ποιήτριας, η οποία πότε κεντρικά, πότε περιφερικά ανασκαλεύει τα άδυτα και τα υπόρρητα του κόσμου, προτείνοντάς τα σε κερματισμένες εικόνες και χάρτες στοχαστικής περιπλάνησης.

Αφορμώμενη από στίχους του Michael March (σε απόδοση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ), τους οποίους και η ίδια μεταφράζει: «Το κορμί απρόσβλητο απ’ τη λογική/ Δεν βρίσκει τόπο ν’ αναπαύσει τα μάτια/ Γίνεται αντίλαλος/ “Υπάρχει γράμμα για μένα;”» συστήνει τους στίχους αυτούς ως την απαρχή του υπαρξιακού και κοινωνικού ταξιδιού μιας διαχρονικά ανεπίδοτης επιστολής. Βιογραφώντας την ανθρώπινη ουσία, αναδεικνύει έναν δραματικό δυϊσμό (σώμα-νους, ύλη-πνεύμα, σώμα-ψυχή), με τον οποίο αρχικά συνομιλεί φιλοσοφικά με διάθεση μεταφυσική, προσπαθώντας να ορίσει το όλον της ανθρωπινότητας.

Ωσάν τον δυϊσμό κύματος και σωματιδίου της σύγχρονης Φυσικής, η ποιήτρια οργανώνει τη σκέψη και τον στοχασμό της σ’ ένα άλλο ποιητικό «πείραμα των δύο σχισμών του Feynman», προτείνοντας τον δικό της παράδοξο κυματοσωματιδιακό δυϊσμό: τον «μέλανα χυμό θνητών», τη νέα, παράξενη διφυή οντότητα, που οικοδομεί τη γραμμή του χρόνου της μέσ’ από μια μονιστική, μεταφυσική, στην εσώτατη ουσία της, ενοποίηση.

Έτσι στήνεται πια, σε αλλεπάλληλες, εξελισσόμενες και επανακάμπτουσες μικροϊστορίες, η απόκοσμη σχέση γράμματος, αποστολέα και παραλήπτη, όπου το προσδοκώμενο (γράμμα) υφαίνει με τις άπειρες μεταμορφώσεις του τον δραματικό καμβά της ανθρώπινης ζωής. Και τη μετατρέπει σε μοίρα. Που κατοπτρίζει και κατοπτρίζεται σε πρισματικές αντανακλάσεις, παραλλάσσοντας με κοινωνικές, ψυχολογικές, φιλοσοφικές νοηματοδοτήσεις το αρχέτυπο συμβολιστικό ερώτημα: «Υπάρχει γράμμα για μένα;». Και προχωρώντας και βαθαίνοντας εύγλωττα στην ανθρώπινη τραγικότητα, μετασχηματίζεται: «Υπάρχει ένα χάδι για μένα;/ Υπάρχει μια θέση εργασίας/ με ένσημα/ για μένα; Υπάρχει μια μνήμη για μένα;/ Υπάρχει για μένα αποπληρωμή;/ Υπάρχει θάνατος για μένα;». Για να ανακράξει το πικρό, αργόσυρτο ελεγείο της η ποιήτρια στη ματαιότητα μιας προσμονής που τη διεμβολίζει –σε διάρκεια ζωής– ο θάνατος: «Τι τα θέλουν τόσα γράμματα οι θεοί,/ μικροί, μεγάλοι αθάνατοι θνητοί,/ γιατί γράφει κι όλο αναμένει γράμματα ο κόσμος;/ Αφού όλοι γνωρίζουνε στο βάθος/ εμένα περιμένουνε με τόση αγωνία,/ εγώ είμαι το γράμμα τους, εγώ η αναμονή τους…»

Αυτές τις ακατάστατες και ενοποιημένες στη συνείδησή της εικόνες διυλίζει η Σοφία Σακελλαρίου και τις αρδεύει με την πνοή της έσω σημαντικής ζωής της, προσφέροντάς μας, με ευγνώμονα χειρονομία γιατί ακούσια συνδράμαμε το έργο της, την αύρα μιας πίκρας που έχει ως κάθαρση την ποίηση. Το γράμμα που καρτερικά διά βίου γράφουμε κι αναμένουμε, αιώνιοι αποστολείς και παραλήπτες ταυτόχρονα.

Ένα μυθιστορικό παιχνίδι πολλαπλής εστίασης, ένας περισκοπικός φακός που μετατοπίζεται σε πρόσωπα, συναισθήματα, πραγματικότητες – σε μοίρα… Αινιγματικός ο αποστολέας –όχι ένας, πολλοί, εναλλασσόμενοι, όλος ο άνθρωπος– απλώνεται, εξορίζεται από το όνειρο και την προσδοκία, συγκρούεται πάνω σ’ έναν ποικίλο ανθρώπινο καμβά ανοικειώσεων, που μεταλλάσσονται δραματικά ανεπαίσθητα και τρυφερά –τι αντίθεση!– σε ματαιώσεις, υπαρξιακά κενά, κοινωνικές προδοσίες και αυτ-απάτες. Ακόμα και το σημαίνον υποκείμενο της συνεκτικής ουσίας της ποιητικής αφήγησης, ο ταχυδρόμος, υποτάσσεται ηττημένος στη φθορά της φύσης και της κοινωνίας: «Στις 8 Μαρτίου 1930/ η αμαξοστοιχία αριθμός 4 του “Σεμπλόν Οριάν”/ εκτροχιάστηκε κοντά στις Θερμοπύλες…/ Το ταχυδρομικό βαγόνι/ πολύ παλιό/ “εθρυμματίσθη καθ’ ολοκληρίαν”/ τα γράμματα καταστράφηκαν/ ο ταχυδρόμος-συνοδός/ Θεόφραστος Παπαδημητρίου/ σκοτώθηκε. Το μόνο θύμα».

Μας το έχει ήδη εξαγγείλει η ποιήτρια. Μας έχει προϊδεάσει για την τραγικότητα της απώλειας του πρωτεϊκού, σιβυλλικού προσώπου του: «Μετά τον ταχυδρόμο τίποτα./ Όπως ο θάνατος όσων δεν έχουνε θεό…» (σ.18). Κι αφού σαν γιατρό των ψυχών θα τον τοποθετήσει σε μιαν αδιάλειπτη ψυχο-σωτήρια περιδίνιση από πόρτα σε πόρτα (postmen like doctors go from house to house), λαογραφικό-εθνογραφικό και ψυχογραφικό ταυτόχρονα πορτρέτο, αντιθέτει σε έναν εσωτερικό διαλογισμό και σε μιαν υπαρξιακή ενδοσκόπηση την εικόνα του μεταξύ είναι και φαίνεσθαι, ρόλου και ανθρώπινου προσώπου (σ.19). Για να κορυφώσει την οδοιπορία του –ταξίδι ολόκληρης ζωής προς τον θάνατο, με πολυκύμαντους σταθμούς την προσδοκία και το όνειρο, την ποίηση τελικά– «κάθε γράμμα είν’ ένα ποίημα» (σ.21), σε ένα σπαρακτικό υπαρξιακό κρεσέντο –που την έσχατη και εσχατολογική λέξη-βίωμα τη διεκδικεί και την «κερδίζει» η «ερημιά»– με την ανακυκλούμενη «ιστορία» εμποτισμένη.

«Στη “ΣΤΗΛΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ”/ στην τρίτη σελίδα της ημερήσιας εφημερίδας Εμπρός/ στο φύλλο με αριθμό 9.309/ εν Αθήναις, Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 1922/ “O κ. ΜΙΧ. ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ, μουσικός, παρακαλεί/ τον γνωρίζοντα τι διά την κόρην του Αλίκη,/ πέντε ετών, και την σύζυγόν του Μαρίαν/ να γράψη εις την οδόν Σαρρή 39”./ Στην οδό Σαρρή 39/ σήμερα βρίσκεται μια πολυκατοικία γκρίζα, παλιά,/ στο ισόγειο δυο μαγαζιά κλειστά./ Στον πρώτο όροφο η ταμπέλα γράφει “Τυπογραφείο”./ Στον δεύτερο και στον τρίτο ψυχή./ Ερημιά.» (σ.68).

sofia sakelariouΚαι ο ποιητής; Αυτό το αλλότριο, δανεισμένο σύμπαν με τα μύρια πρόσημα –θετικά και αρνητικά– της ζωής και της ύπαρξης, αυτή η καταιγιστική βροχή λέξεων-εικόνων, λέξεων-σκηνών, λέξεων-πεπρωμένων, λέξεων-αγώνων και διαψεύσεων και πάλι αγώνων… πού είναι το έχειν του ποιητή, ποια είναι η «περιουσία» του; Όλα τα μεγάλα και τα μικρά, σημαίνοντα και ασήμαντα, της ψυχής και του σώματος υλικά, όλα όσα μετα-ποιεί σε ποίηση; […] «τίποτα δεν του ανήκει/ όλα δανεικά τα έχει ο ποιητής./ Και –δικαίως– αγύριστα», θα μας πει η ποιήτρια, με ταπεινότητα και σεβασμό του «όλου» που λέγεται ζωή! «Άθελά μας γινόμαστε την κάθε μέρα που ζούμε εκατομμυριούχοι θραυσμάτων από εικόνες που γεννάει το μέσα μας ασήμαντον…» θα γράψει στον Κήπο με τις αυταπάτες του ο άλλος ποιητής.

Αυτές τις ακατάστατες και ενοποιημένες στη συνείδησή της εικόνες διυλίζει η Σοφία Σακελλαρίου και τις αρδεύει με την πνοή της έσω σημαντικής ζωής της, προσφέροντάς μας, με ευγνώμονα χειρονομία γιατί ακούσια συνδράμαμε το έργο της, την αύρα μιας πίκρας που έχει ως κάθαρση την ποίηση. Το γράμμα που καρτερικά διά βίου γράφουμε κι αναμένουμε, αιώνιοι αποστολείς και παραλήπτες ταυτόχρονα.

Φιλοσοφημένη αίσθηση του τραγικού, λεπτή, αδιόρατη ειρωνεία, αυτο-καταλυτική –και για τον «ποιητή» («Μα είστε θεός». «Ευχαριστώ. Κι εσείς.»)– σαν πορσελάνινη διαφάνεια λύπη και έλεος, ευαίσθητη ενσυναίσθηση, δραματική βίωση της ιστορίας –ανθρώπινων συνόλων αλλά και της ατομικής μικροϊστορίας–, ανάκληση εγκιβωτισμένης μνήμης, που οδεύει με την αλάθητη περπατησιά της προς το μέλλον, μια αίσθηση στοχαστικής υπομονής και άργητας, του ρυθμού με τον οποίο σταγόνα σταγόνα χτίζεται τ’ όνειρο πάνω στην προσμονή του, για να καταλυθεί μέσα στον περίπλοκο ιστό αυτής της προσμονής. Περιμένοντας… έτσι ανηφορίζει η ζωή, έτσι το «θα παλέψω» διαδέχεται το «δεν αντέχω», έτσι η υπόσχεση γίνεται ήθος και νόημα και αέναη κίνηση και γαλήνια ακινησία – του ανθρώπου, της ιστορίας του…

«Υπάρχει γράμμα για μένα;» Μια υπαρξιακή αλληλογραφία με τη ζωή, μέσ’ από τη χρονογραφία της πορείας από τη ζωή ως τον θάνατο κι από κει στην εσχατιά της ποίησης! Αυτή είναι η υπέροχα θυμική ποιητική φωνή της Σοφίας Σακελλαρίου…

 

«Υπάρχει γράμμα για μένα;»
Σοφία Σακελλαρίου
Μελάνι
74 σελ.
ISBN 978-960-591-102-7
Τιμή €8,50