«Υπάρχει γράμμα για μένα;»

Εκδότης: Μελάνι, Ιανουάριος 2018
Συγγραφέας: Σοφία Σακελλαρίου
ISBN13: 978-960-591-102-7

 

25.

Στο γεφυράκι της Μαύρης Πέτρας κατοικώ.

Ο παραπόταμός μου είναι καιρό ξεραμένος.

Τα πρωινά κατηφορίζω την πλαγιά,

 πηγαίνω πλάι με τον Αώο.

Πίνω νερό. Μαζεύω τριφύλλια από τις όχθες,

κυκλάμινα, αλθέες, λαζαράκια.

Τα ντύνομαι όταν βρέχει, τα τρώω όταν πεινώ.

Τα βράδια ακροπατώ στους Πύργους της Αστράκας

κι αν κουραστώ, τυλίγομαι τις φυλλωσιές,

κουρνιάζω μέσα στις οξιές, στα ρόμπολα, στις δρυς.

Στο Πέτρινο Δάσος απλώνομαι ηχώ

«Τι είναι από τη λύπη πέρα;

Τι είναι από τη λύπη πέρα;»

Τα κουδουνάκια των νερών

όλη τη νύχτα απαντάνε.

 

20.

                                                            “postmen like doctors go from house to house”.

Τα πρωινά μεταμορφώνομαι σε γέρο ταχυδρόμο.

Φοράω τραγιάσκα, κρεμώ στον ώμο το λουρί

της άδειας τσάντας της καφετιάς.

Φωνάζω: «Ο ταχυδρόμος!»

Στα δάχτυλα κρατώ το κουδουνάκι του παλιού ποδηλάτου,

  τάχα μ’ ορμή το χτυπώ. Ντριν. Ντριν.

Μοιράζω ελπίδες, υποσχέσεις. Ντριν. Ντριν.

Παρηγοριές. «Και βέβαια»,

«Και βέβαια υπάρχει», «Και θα ‘ρθεί»,

«Θα δείτε», «Σύντομα το γράμμα θ’ αφιχθεί»,

 «Δεν είν’ η ώρα του ακόμα να γραφτεί».

 Όταν πέφτει δυνατά η βροχή, συνιστώ «Υπομονή»,

λέω: «Δεν είναι τώρα καιρός για γράμματα».

 Σφίγγω τα χέρια που μου απλώνονται

‒ χαμογελώ.  «Μα βέβαια υπάρχει», «Και θα ‘ρθεί»,

 «Υπομονή», «Αύριο, θα περάσω πάλι».

Κανένας δεν βλέπει πώς κυλώ,

 τι είμαι και γιατί μιλώ.

Κανένας δεν μπορεί να δει.

Ούτε και θέλει.

11.

Είμαι αργόσυρτο αναφωνητό

στις μαύρες θάλασσες του χρόνου ριζωμένο.

Τέφρα βουλιάζω στο νερό

 καινούργια τέφρα με πυκνώνει.

  Γίνομαι γράμμα για το γλιτωμό.

 Αγγέλλω, οδυνώμαι, προμηνώ.

Μα πάντα αδιάβαστο και σφραγιστό

 μ’ επιστρέφει στο βυθό ο άγριος αέρας.

Auschwitz-Birkenau. Sh’erit ha-Pletah. *

 

*   Sh’erit ha-Pletah  σελ. : Τhe surviving remnant, επιζώντα απομεινάρια

(ή  «ό,τι απέμεινε από εκείνους που πήραν το δρόμο της προσφυγιάς» ¬ απόδοση Σάββας Μιχαήλ. Τον ευχαριστώ).

Ονομασία των χιλιάδων Εβραίων επιζώντων από το Ολοκαύτωμα, οι οποίοι μετά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το 1945, κατέφυγαν πρόσφυγες σε στρατόπεδα «φιλοξενίας»  χωρών της Κεντρικής Ευρώπης, όπου παρέμειναν σε άθλιες συνθήκες για πολλά χρόνια.